Καραγκούνικο γλωσσάρι
Ο γλωσσικός θησαυρός των Καραγκούνηδων του Θεσσαλικού κάμπου ΑΑβγαταίνω=αυξάνω, μεγαλώνωΑβλάμ’ς=βλάμηςΑγάλια=σιγά, αργάΑγανώνω=επαλείφω με κασίτερο τα χαλκώματαΑγγιλικάτος=ευπαθής, χωρίς σφρίγοςΑγγουνός=εγγονόςΑγλήγουρα=γρήγοραΑγώι=αμοιβή για την μεταφορά φορτίουΑδάν’στους=αυτός , που δεν δανείζειΑέλυουτους=αυτός ,που δεν λυώνειΑλαμανάου=ανακατώνωΑλάργα=μακριάΑλόρθα=όρθιαΑλ’πού=αλεπούΑμπουδάου=εμποδίζωΑναγλιτσιάζου=σχηματίζω γλιστερή και λασπερή επιφάνειαΑνάρια=σιγά, αραιάΑνέσια=ένεσηΆντιρου=έντεροΑντράλα=ζαλάδαΑντρουμοίρ’=το μερίδιο γυναικός(χήρας) του άντρα τηςΑπαγάλια=σιγά, αγάλιαΑπαγκιάζου=προφυλλάσω από κάτι,συνήθως αέραΑπάγκιου=χώρος ,που δεν τον παίρνει ο αέραςΑπαφτούια =απ’αυτό το μέροςΑπίστουμα=μπρούμυτα ,με το πρόσωπο στο…

